Τα πρώτα ευρωπαϊκά «τάληρα» αργυρά νομίσματα διαμέτρου περί τα 40 χιλ., βάρους περί τα 29 γρ. και καθαρότητας περί τους 900 βαθμούς αργύρου, κόπηκαν στο αυστριακό Τιρόλο κατά την προτελευταία δεκαετία του 15ου αι. Καθώς είναι ουσιαστικά τα πρώτα αργυρά νομίσματα με βάρος μεγαλύτερο των 20 γρ. από την εποχή του αρχαιοελληνικού δεκαδράχμου, η κοπή τους σηματοδοτεί στο χώρο της νομισματικής την αρχή των νεώτερων χρόνων και ταυτόχρονα την αφετηρία της επικράτησης των Ευρωπαίων σε παγκόσμια κλίμακα. Το νόμισμα αυτό, το thaler, θα υιοθετηθεί σταδιακά και από άλλες δυνάμεις, όπως τις Κάτω Χώρες (daalder), τη Βενετία και τη Γένουα (tallero) και θα χρησιμοποιηθεί με συγγενείς ονομασίες, όπως dollar στις αγγλικές αποικίες της Β. Αφρικής, για να περιγράψει και άλλα αργυρά νομίσματα των αυτών περίπου διαστάσεων και βάρους.

Περισσότερα

Η παρουσία των αψβουργικών ταλήρων στις επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Εγγύς και Μέση Ανατολή και στο Αφρικανικό Κέρας γίνεται ολοένα και πιο έντονη ήδη από τις αρχές του 17ου αι. και φθάνει την κορύφωσή της κατά την τελευταία περίοδο της βασιλείας της αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας, 1740-1780. Το εικονιζόμενο νόμισμα που έχει εκδοθεί λίγο πριν τον θάνατό της, θα γνωρίσει άπειρες επανακοπές μέχρι τα μέσα του 20ου αι. και θα είναι το κύριο νόμισμα με το οποίο πραγματοποιούνται καθ’όλη αυτή την περίοδο οι συναλλαγές στην Υεμένη και τη Σομαλία, την Αιθιοπία και τις οθωμανικές επαρχίες γύρω από τον Περσικό Κόλπο.

Μαρία Θηρεσία (1740-1780)

Η Μαρία Θηρεσία έμεινε στο θρόνο της αυτοκρατορίας των Αψβούργων για σαράντα χρόνια. Η στέψη της προκάλεσε σοβαρό δυναστικό πρόβλημα, καθώς δεν επιτρεπόταν να ανέλθουν γυναίκες στο θρόνο της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και έτσι υποχρεώθηκε να συμβασιλεύσει τυπικά, αρχικά με τον σύζυγο της Φραγκίσκο Α΄, 1740-1765 και στη συνέχεια με τον γιό της Ιωσήφ Β΄, 1765-1780. Στο χώρο της Γερμανίας η πολιτική της υπήρξε καθαρά αμυντική, καθώς είχε να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα του Φρειδερίκου του Μεγάλου της Πρωσίας. Οι κατά βάση ειρηνικές σχέσεις της με τους Οθωμανούς σουλτάνους και η ανάπτυξη του εμπορίου, μικρού και μεγάλου, στα Βαλκάνια επέτρεψαν στα χρόνια της βασιλείας της να εντατικοποιηθούν οι οικονομικές σχέσεις μετάξυ των χωρών των Αψβούργων και των βαλκανικών επαρχιών των Οθωμανών, οι οποίες ελέγχονται σχεδόν αποκλειστικά από Έλληνες και Βλάχους πραγματευτάδες, με συνέπεια στο β΄ μισό του 18ου αι. τα αψβουργικά νομίσματα, μεγάλου και μεσαίου μεγέθους να κατακλύσουν τις ευρωπαϊκές επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας.